Σπίτι

Οι Διάφορες Αφορμές 


Στο συγκεκριμένο κείμενο με τρομάζει η μετάβαση.

Ίσως θα έπρεπε και να τρομάζει.

Ίσως και να ναι έτσι η ζωή. Ίσως «να είναι άμυνα», όπως μας βολεύει. Θα δείξει.

Και όταν δείξει, σίγουρα θα είναι αργά για κάποια, αλλά για πολλά άλλα σίγουρα θα είναι η ζωή.


Σπίτια με ή χωρίς εισαγωγικά

Προσπαθώ λίγο να καταλάβω τι είναι το σπίτι μου για να το γράψω. Δηλαδή κάθε κύτταρό μου ξέρει τι είναι το σπίτι μου, νιώθει τι είναι το σπίτι μου, αλλά δεν βρίσκει τρόπο να το φορτώσει σε λέξεις να το κουβαλήσει ένα χαρτί και έπειτα να το κουβαλήσει και οποιοσδήποτε άλλος. Υποθέτω μάλλον είναι πολύ προσωπικό και δεν χωράει μάτια άλλων μέσα από περιγραφές και πολύ πιθανά έτσι είναι κάθε «σπίτι». Θέλει μια ολόκληρη καρδιά και πολλή ψυχή και μια ζωή για να δεις μέσα σε ένα «σπίτι». Τα μάτια είναι πολύ λίγα και το μόνο που κάνουν είναι να βλέπουν. Οι ματιές δεν μπορεί να ναι παρά πετσοκομμένες, βιαστικές και περίεργες αλλά θα κάνω μια προσπάθεια και ας πάει στράφι. Κι ας είναι από παντού ευάλωτο να τσαλακωθεί το κολλαριστό της χάρτινης σελίδας μου.

«Σπίτι» λοιπόν, σπίτι, άνθρωποι, τοίχοι, τύχη... Η πρώτη σκέψη είναι ένα κλισέ καλοδιαβασμένο, καλοσχηματισμένο, βουρ να «χτυπήσει» τους λίγο περισσότερο ρομαντικούς ή τους λίγους περισσότερο ρομαντικούς καθώς και όλους τους άλλους. Είναι σαν το βούτυρο σε ένα ψωμάκι που ψήνεται. Ζεστό και γλυκό, έτοιμο να ντύσει το γρατσανό ψωμί και ένα σωρό σκέψεις. «Σπίτι είναι κάποιος άνθρωπος (ή περισσότεροι).» Χαριτωμένη φράση, περιεκτική και πέρα για πέρα αληθινή. Βαθύτερη πολύ περισσότερο από μια συστοιχία λέξεων - στολίδι σε βραδινές συζητήσεις και όμορφες φωτογραφίες. Αλλά είναι κάτι πίσω από αυτή την «πρώτη σκέψη», και ενίοτε και μέσα σε αυτή. Το συνειδητοποίησα μελετώντας αγωνιωδώς την αναβλητικότητά μου όσον αφορά στο να γράψω κάτι επιτέλους για τον καναπέ μας, για τους δικούς μου ανθρώπους.

1.Το «σπίτι» μου με τα εισαγωγικά που χωράνε όλο τον κόσμο

Έχω πάρει τις καλύτερές μου λέξεις και τις έχω δώσει παντού. Σε στιγμές, ανθρώπους, λεπτομέρειες και όχι σε εσάς. Πέμπτη ξημερώματα, 1:47 δείχνει το ρολόι και πάλι δε θα σας τις δώσω. Πολλά χρόνια θέλω να γράψω γι' αυτό και δεν το κάνω. Σκέφτομαι τους λόγους. Είναι σα να μάχονται δύο τεράστιες δυνάμεις μέσα μου, η μία με πολλή έμπνευση, αδιαχείριστη ίσως, και η άλλη με έμπνευση μηδενική. Περισσότερο με έχει απασχολήσει αυτή η δεύτερη δύναμη, ή μάλλον η απουσία αυτής. Μοιάζει πολύ άδικη. Τα συναισθήματα είναι απεριόριστα ενώ οι λέξεις βεβιασμένες να γίνουν κάμποσες. Ήταν αδικαιολόγητο μέχρι να γίνει πολύ φανερά δικαιολογημένο. Η αιτία κουρνιάζει στο ασυνείδητο και λέγεται ασφάλεια, ίσως λέγεται και ηρεμία. Και εφόσον μιλάμε για «σπίτι» έχουμε το πλεονέκτημα ο συνδυασμός τους να λέγεται «δεδομένο».

Πριν λοιπόν από το λυρικό ρητό που συνυφαίνει το «σπίτι» με μια οικεία μορφή και λιώνει γλυκιά σαν βούτυρο στον ουρανίσκο, υπάρχουν αυτές οι δύο έννοιες οι αρκετά αφηρημένες αλλά τόσο δυνατές για να σηκώσουν τους τοίχους του σπιτιού και να τους κρατήσουν. Και έτσι όπως κρατάνε τους τοίχους περήφανα μα τόσο ταπεινά, έως και ασυνείδητα , γίνεται η αναγωγή τους σε προϋποθέσεις. Ποια να τιμηθεί ως πρώτη δεν γνωρίζω. Συνδιαλέγονται, αλληλοσυμπληρώνονται, συμπορεύονται και γίνονται μια προϋπόθεση για τη ζωή ολόκληρη. Υπάρχουν πολλές λέξεις να ζωγραφίσουν συναισθήματα. Αλλά πώς ζωγραφίζεται η ηρεμία; Ρουφάει την έμπνευση, μουδιάζει. Η ευτυχία της ηρεμίας είναι απολαυστική και πανέμορφη. Όμως είναι τόσο αφοπλιστική με τον τρόπο της που σε εφησυχάζει και μόνο στην ύπαρξή της. Είναι πολύ πιο οκνηρό συναίσθημα, ειδικά όσον αφορά στην έκφραση προσωπικών βιωμάτων. Και αυτό το οκνηρό συναίσθημα της μη έμπνευσης, αυτή είναι η σωτηρία μου. Καύσιμο αόρατο για να βγεις έξω να ζήσεις. Σκαλί για να ανέβεις στον κόσμο. Αυτό είναι το σπίτι. Το καταφύγιό μου σε έναν κόσμο γεμάτο έμπνευση, ερεθίσματα, σκαμπανεβάσματα. Η βάση μου για να εξελιχθώ, να ανακαλύψω, να πετάξω μα οποιαδήποτε στιγμή για να γυρίσω να κουρνιάσω. Να κουρνιάσω και να αποχαυνωθώ στην ασφάλεια του καναπέ μας και στο δεδομένο της αγάπης σας και ας πέσει για λίγο η πένα από το χέρι μου. Εξάλλου μόνο τότε θα μπορέσω να την ξανακρατήσω. Μόνο στην ασφάλεια της «μη έμπνευσης» μπορεί να γεννηθεί η έμπνευση για όλα τα άλλα. Άργησα να το συνειδητοποιήσω, μα μετά από χρόνια πολλά, το πήρα απόφαση. Το δεύτερο «σπίτι» μου είχα κουραστεί να το κρατάω.

2. Το «σπίτι» μου με τα εισαγωγικά που χρόνια τώρα πάλευαν να το σώσουν

Καμία «αφηρημένη έννοια μα δυνατή» που δεν έγινε ερείπιο τη μία φορά μετά την άλλη. Κι όμως εγώ εκεί. Το σώμα μου να σηκώνει το βάρος των ετοιμόρροπων τοίχων, κι εγώ να κρατώ ένα σαθρό «σπίτι» και να πνίγομαι στην έμπνευση με φλεγόμενες απολήξεις. Δεν έβλεπαν μαύρο ή άσπρο, έβλεπαν όμως μόνο αυτό. Το ανάμεικτο είναι λίγο. Το ένα χρώμα μες στο άλλο, νερά συνέχεια. Ρεύματα στη νηνεμία μας. Ποια νηνεμία μας. Τη γνωρίσαμε ποτέ άραγε; Πώς με ξεγελούσε έτσι η ευτυχία της μιας στιγμής όταν η επόμενη ήταν αμφίβολη; Πώς σε έλεγα «σπίτι» μου τόσα χρόνια όταν αμφισβητούσα το κάθε αύριο; Πώς έμαθα να ζω χωρίς τη γλύκα της ασφάλειας; Την ξαναθυμήθηκα μεμιάς με ένα άγγιγμα στο χέρι μου που έπεφτε. Ήταν όμορφη, ήταν απλή, θυμήθηκα ότι τη θέλω, και δεν την είχαμε. Άφησα τα κλειδιά μου αυτή τη φορά όταν έφυγα. Πάντα κλείδωνα όταν έφευγες. Το κλειδί όμως το είχα πάντα μαζί μου. Αυτή τη φορά άφησα το κλειδί πίσω, δεν με ένοιαξε να κλειδώσω. Ήταν πολύ έντονο, μα δεν ήταν «σπίτι» αυτό. Πλέον το ξέρω. Και πλέον αισθάνομαι καλά που το αφήνω πίσω μου. Ελπίζω και εσύ, ειλικρινά.

Δεν εκτιμούμε το δεδομένο. Μας έχουν μάθει να το υποτιμούμε και να δοξάζουμε ό,τι κυνηγάμε. Δεν αντιλαμβανόμαστε όμως ότι αυτό το δεδομένο είναι η κινητήριός μας δύναμη για να στραφούμε σε οτιδήποτε μη κεκτημένο. Φανταστείτε κάθε μέρα να έπρεπε να κυνηγήσουμε το «σπίτι» μας - ό,τι και όποιον αυτό περιλαμβάνει- από την αρχή. Θα ζούσαμε άραγε τίποτα άλλο;

Και εδώ είναι η μετάβαση που τρέμω.

3. Το σπίτι τους χωρίς καθόλου εισαγωγικά μα με πολλά ερωτηματικά

Την ημέρα που αποφάσισα να αφήσω ένα «σπίτι» που με έδενε στο παρελθόν, κάποιοι αποφάσισαν να στερήσουν το παρόν σε παιδιά δίχως σπίτι, δίχως εισαγωγικά.

Καμένα Βούρλα: 25/09/2020, Μόρια και παντού στον κόσμο.

Είδαν εξαντλημένα μάτια να εκλιπαρούν και αποφάσισαν να τσακίσουν ότι είχε απομείνει από τα πεινασμένα -για μια στάλα σιγουριά -να κλείσουν, βλέφαρα. Διψασμένα να ανοίξουν άλλη μια φορά-για μια στάλα ήλιο- βλέφαρα. Ξεγυμνωμένα από τη ζωή τους σε έναν κόσμο που τα χιλιοκοιτάζει μα δεν θα τα αντικρύσει ποτέ, μάτια. Μοναχικά, ολομόναχα, σε μια πηχτή με άγνωστο νύχτα, τρεμάμενα, βήματα. Σε έναν κόσμο ξένο, σωρούς μαριονέτες με νήματα. Ψυχές εκτεθειμένες, ορθάνοιχτες, κομματιασμένες σε έναν κόσμο, μα τους είπαν, πως δεν τους ανήκει. Ζωές που τους πήραν για να μην τους ανήκουν ούτε αυτές. Υπάρξεις να αμφισβητούν την ίδια τους την ύπαρξη.

Τι σπίτι έχουν αυτοί οι άνθρωποι; Σε τι ξυπνούν κάθε καινούριο αύριο; Στον ήλιο της ανατολής της επόμενης ημέρας, στον αέρα που θα αγγίξει το κορμί τους, στη σκιά τους που ισχνή θα τους συντροφεύει. Στο αύριο που έγινε ευτυχώς σήμερα για άλλη μια φορά, στον ουρανό, η μόνη σιγουριά τους.

Ένα αύριο που έγινε ευτυχώς σήμερα για άλλη μια φορά. Παιδιά που δεν βρίσκουν σπίτι ούτε στη μέρα που διαδέχεται τη νύχτα. «Άνθρωποι» που κλείνουν τις πόρτες τους στα παιδιά αυτά. Και εισαγωγικά που φεύγουν από το σπίτι και πάνε στους «ανθρώπους» μπας και σώσουν τίποτα από το μεγαλείο της λέξης.

Γιατί το έχουν και αυτό τα «σπίτια» . Τραβηγμένες κουρτίνες, ορθάνοιχτα παράθυρα και αμπαρωμένες πόρτες. Να βλέπουν, να σχολιάζουν, να ρουφούν ζωές αλλιώτικες. Όμως και μουσαμάδες αν χρειαστεί για να μην ξετρυπώσει τίποτα από το κατώφλι και αγγίξει τα του οίκου μας. Να μην εισβάλλει στην ασφάλειά μας, στο «Δεδομένο μας», τον θρόνο μας , το παρατηρητήριο μας. Ίσως να 'ναι άμυνα της ανθρώπινης φύσης. Ίσως έτσι να θέλουμε να το βλέπουμε.

Εξάλλου όπως είχε επισημάνει ένας φίλος σε άλλο φίλο, αναπαράγοντας αγαπημένο απόφθεγμα: Χάρη, όλων η ευτυχία λίγο πολύ μοιάζει, καθένας όμως δυστυχεί με τον δικό του τρόπο.Τι σωστή διατύπωση για το οδοιπορικό ενός ανθρώπου στη ζωή. Το κάθε «σπίτι» κουβαλάει τα δικά του βάσανα.

Μήπως όμως τελικά η τόση εσωστρέφεια μικραίνει την ψυχή μας;



Για τους γονείς μου και το «σπίτι» μας, ως κάποιου είδους ευγνωμοσύνης που ποτέ δε θα μπορούσα να διατυπώσω .Για κάθε «σπίτι» που ανοίγει την πόρτα του και σε έναν άλλον άνθρωπο που αναζητά να βρει την ασφάλεια στην ανατολή της επόμενης ημέρας.

CKal
Υλοποιήθηκε από τη Webnode
Δημιουργήστε δωρεάν ιστοσελίδα! Αυτή η ιστοσελίδα δημιουργήθηκε με τη Webnode. Δημιουργήστε τη δική σας δωρεάν σήμερα! Ξεκινήστε